ψόφος
•
- ο θάνατος Βικιλεξικό
- κακό ψόφο να 'χει (βρισιά)
- το πολύ κρύο, το ψοφόκρυο Βικιλεξικό
- Κι έκαν' ένα κρύο, καθώς έτρεχε και μ'εκατονείκοσι, έναν ψόφο! Μα ποιός λογάριαζε ψόφο εκείνη την ώρα; (Ρένος, Ουλάν Μπατόρ, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 273)
- ιδιωματικόζώο που είναι ανυπάκουο ή ενοχλητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψόφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψόφος (θόρυβος). Η σημασία από τη μεσαιωνική. Δείτε και ψοφώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψόφος | ψόφοι |
| Γενική | ψόφου | ψόφων |
| Αιτιατική | ψόφο | ψόφους |
| Κλητική | ψόφε | ψόφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →