Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψειρής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει ψείρες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβρόμικος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτσιγκούνης Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάαπατεώνας Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάφτωχός που προσπαθεί να δείχνει πλούσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψειρής < ψείρα + -ής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψειρήςψειρήδες
Γενικήψειρήψειρήδων
Αιτιατικήψειρήψειρήδες
Κλητικήψειρήψειρήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →