Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψείρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομοάπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων Βικιλεξικό
    • Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)
    • Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
  2. μεταφορικάτα πολύ μικρά γράμματα Βικιλεξικό
    • Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
  3. μεταφορικάανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα Βικιλεξικό
    • Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.
  4. μεταφορικάπολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό) Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκοκαλάκι για τα μαλλιά, συνώνυμο του κλάμερ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψείρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψεῖρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα), με παρετυμολογική σύνδεση του μεσαιωνικού προς το ψύλλα, ψύλλος < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψείραψείρες
Γενικήψείραςψειρών
Αιτιατικήψείραψείρες
Κλητικήψείραψείρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →