Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψειρίζω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποαφαιρώ τις ψείρες, καθαρίζω κάτι από τις ψείρες Βικιλεξικό
    • Κάτω από μιαν κατάκαρπη ροδιά μια σταφιδιασμένη γριούλα ψείριζε το εγγονάκι της. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
  2. μεταφορικάμελετώ κάτι και το εξετάζω επίμονα ως την παραμικρή του λεπτομέρεια Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκλέβω, ληστεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψειρίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψειρίζωψειρίζειςψειρίζειψειρίζουμεψειρίζετεψειρίζουν / ψειρίζουνε
Παρατατικόςψείριζαψείριζεςψείριζεψειρίζαμεψειρίζατεψείριζαν / ψειρίζαν / ψειρίζανε
Αόριστοςψείρισαψείρισεςψείρισεψειρίσαμεψειρίσατεψείρισαν / ψειρίσαν / ψειρίσανε
Μέλλονταςθα ψειρίζω / θα ψειρίσωθα ψειρίζεις / θα ψειρίσειςθα ψειρίζει / θα ψειρίσειθα ψειρίζουμε / θα ψειρίσουμεθα ψειρίζετε / θα ψειρίσετεθα ψειρίζουν / θα ψειρίζουνε / θα ψειρίσουν / θα ψειρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ψειρίσειέχεις ψειρίσειέχει ψειρίσειέχουμε ψειρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ψειρίσειείχες ψειρίσειείχε ψειρίσει———
Υποτακτικήνα έχω ψειρίσει / να ψειρίζω / να ψειρίσωνα έχεις ψειρίσει / να ψειρίζεις / να ψειρίσειςνα έχει ψειρίσει / να ψειρίζει / να ψειρίσεινα έχουμε ψειρίσει / να ψειρίζουμε / να ψειρίσουμενα ψειρίζετε / να ψειρίσετενα ψειρίζουν / να ψειρίζουνε / να ψειρίσουν / να ψειρίσουνε
Προστακτική—ψείριζε / ψείρισε——ψειρίζετε / ψειρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ψειρίστηκαψειρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →