ψεκάζω
•
- ρίχνω σε μια επιφάνεια σταγονίδια υγρού εκτοξεύοντάς τα με ειδική συσκευή (ψεκαστήρα ή σπρέι) Βικιλεξικό
- Πλύν' τα καλά τα φρούτα, γιατί τα έχουν ψεκάσει,
Ετυμολογία
ψεκάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψεκάζω (ψιχαλίζω) < αρχαία ελληνική ψακάζω < ψακάς (σταγόνα ψιλής βροχής)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψεκάζω | ψεκάζεις | ψεκάζει | ψεκάζουμε | ψεκάζετε | ψεκάζουν / ψεκάζουνε |
| Παρατατικός | ψέκαζα | ψέκαζες | ψέκαζε | ψεκάζαμε | ψεκάζατε | ψέκαζαν / ψεκάζαν / ψεκάζανε |
| Αόριστος | ψέκασα | ψέκασες | ψέκασε | ψεκάσαμε | ψεκάσατε | ψέκασαν / ψεκάσαν / ψεκάσανε |
| Μέλλοντας | θα ψεκάζω / θα ψεκάσω | θα ψεκάζεις / θα ψεκάσεις | θα ψεκάζει / θα ψεκάσει | θα ψεκάζουμε / θα ψεκάσουμε | θα ψεκάζετε / θα ψεκάσετε | θα ψεκάζουν / θα ψεκάζουνε / θα ψεκάσουν / θα ψεκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψεκάσει | έχεις ψεκάσει | έχει ψεκάσει | έχουμε ψεκάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψεκάσει | είχες ψεκάσει | είχε ψεκάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψεκάσει / να ψεκάζω / να ψεκάσω | να έχεις ψεκάσει / να ψεκάζεις / να ψεκάσεις | να έχει ψεκάσει / να ψεκάζει / να ψεκάσει | να έχουμε ψεκάσει / να ψεκάζουμε / να ψεκάσουμε | να ψεκάζετε / να ψεκάσετε | να ψεκάζουν / να ψεκάζουνε / να ψεκάσουν / να ψεκάσουνε |
| Προστακτική | — | ψέκαζε / ψέκασε | — | — | ψεκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψεκάστηκαψεκάζομαιψεκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →