ψεκασμένος
•
- κυριολεκτικάπου το(ν) έχουν ψεκάσει, που έχει γίνει αντικείμενο ψεκασμού Βικιλεξικό
- μεταφορικάοπαδός συνωμοσιών ή ακραίων απόψεων Βικιλεξικό
- Η λέξη «ψεκασμένος», με την έννοια του οπαδού θεωριών συνωμοσίας, εμφανίστηκε σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας («ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ») το 2012, με τον τίτλο «ΜΑΣ ΨΕΚΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ» (Ψεκασμένοι, Λέσχη Μπίλντερμπεργκ: Θεωρίες συνωμοσίας και πραγματικότητα, Πρώτο Θέμα, 18/09/2021, https://www.protothema.gr/stories/article/1162435/psekasmenoi-leshi-bilderberg-theories-sunomosias-i-pragmatikotita/)
- Ένα άλλο επίσης χαρακτηριστικό φαινόμενο της εποχής της πανδημίας είναι η μαχητική παρουσία ενός ψεκασμένου δικαιωματισμού, τόσο ακροδεξιού όσο και ακροαριστερού .... Σήμερα βλέπουμε ο λόγος των δικαιωμάτων να χρησιμοποιείται είτε σε ακροαριστερές ακτιβιστικές εκδηλώσεις αμφισβήτησης των μέτρων προστασίας από τον κορωνοϊό, είτε για να δικαιολογήσει την αντιεμβολιαστική επιλογή από ακραία συντηρητικούς κύκλους, εκκλησιαστικούς ή δηλωμένα ακροδεξιούς. (Ψεκασμένος δικαιωματισμός ή δημόσια υγεία; metarithmisi.gr, 11/7/2021https://www.metarithmisi.gr/content/psekasmenos-dikaiomatismos-i-dimosia-ygeia-42679)
- άλλες μορφές: ψέκας, ψεκ
Ετυμολογία
ψεκασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψεκάζω
Άλλοι τύποι
ψεκασμέναψεκασμένεψεκασμένεςψεκασμένηψεκασμένηςψεκασμένοψεκασμένοιψεκασμένοςψεκασμένουψεκασμένουςψεκασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →