ψευδωνυμία
•
- το να έχει κάποιος ένα ψευδώνυμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευδωνυμία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ψευδωνυμία < αρχαία ελληνική ψευδώνυμ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψευδωνυμία | ψευδωνυμίες |
| Γενική | ψευδωνυμίας | ψευδωνυμιών |
| Αιτιατική | ψευδωνυμία | ψευδωνυμίες |
| Κλητική | ψευδωνυμία | ψευδωνυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →