Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφαλάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήσκωπτικός χαρακτηρισμός αναζητούμενης ψήφου κατά ψηφοθηρία Βικιλεξικό
    • Αμέσως από αγέλη του αγκυλωτού σταυρού έγιναν μισο-ένοχο, μισο-αθώο, υπερτιμημένο-υποτιμημένο σύνολο ψηφαλακίων. Πόσο πάει το κουκί, σε ποιο σακούλι μπαίνει, τι οφέλη προσπορίζεται και ποιος σχηματισμός από τους κλασικούς ιδιοκτήτες πολιτικών καταστημάτων που πουλάνε ψευδαισθήσεις εξουσίας σε συσκευασία κάλπης. (* εφημερίδα Ριζοσπάστης)

Ετυμολογία

ψηφαλάκι < ψήφος + -αλάκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψηφαλάκιψηφαλάκια
Γενική——
Αιτιατικήψηφαλάκιψηφαλάκια
Κλητικήψηφαλάκιψηφαλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →