Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφιδοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει ψηφίδες Βικιλεξικό
  2. ψηφιδωτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηφιδοφόρος < αρχαία ελληνική ψηφιδοφόρος. Μορφολογικά, ψηφίδ(α) + -ο- + -φόρος (< φέρω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηφιδοφόροςψηφιδοφόραψηφιδοφόρο
Γενικήψηφιδοφόρουψηφιδοφόραςψηφιδοφόρου
Αιτιατικήψηφιδοφόροψηφιδοφόραψηφιδοφόρο
Κλητικήψηφιδοφόρεψηφιδοφόραψηφιδοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηφιδοφόροιψηφιδοφόρεςψηφιδοφόρα
Γενικήψηφιδοφόρωνψηφιδοφόρωνψηφιδοφόρων
Αιτιατικήψηφιδοφόρουςψηφιδοφόρεςψηφιδοφόρα
Κλητικήψηφιδοφόροιψηφιδοφόρεςψηφιδοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →