ψηφιδοφόρος
•
- αυτός που φέρει ψηφίδες Βικιλεξικό
- ψηφιδωτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηφιδοφόρος < αρχαία ελληνική ψηφιδοφόρος. Μορφολογικά, ψηφίδ(α) + -ο- + -φόρος (< φέρω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηφιδοφόρος | ψηφιδοφόρα | ψηφιδοφόρο |
| Γενική | ψηφιδοφόρου | ψηφιδοφόρας | ψηφιδοφόρου |
| Αιτιατική | ψηφιδοφόρο | ψηφιδοφόρα | ψηφιδοφόρο |
| Κλητική | ψηφιδοφόρε | ψηφιδοφόρα | ψηφιδοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηφιδοφόροι | ψηφιδοφόρες | ψηφιδοφόρα |
| Γενική | ψηφιδοφόρων | ψηφιδοφόρων | ψηφιδοφόρων |
| Αιτιατική | ψηφιδοφόρους | ψηφιδοφόρες | ψηφιδοφόρα |
| Κλητική | ψηφιδοφόροι | ψηφιδοφόρες | ψηφιδοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →