ψηφίδα
•
- μικρό κομμάτι πέτρας ή άλλου υλικού που συνδυάζεται μαζί με άλλα για να φτιαχτεί μια εικαστική σύνθεση (ψηφιδωτό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηφίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψηφίς (μικρό βότσαλο), από την αιτιατική ενικού «τὴν ψηφίδα», υποκοριστικό για τη λέξη ψῆφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηφίδα | ψηφίδες |
| Γενική | ψηφίδας | ψηφίδων |
| Αιτιατική | ψηφίδα | ψηφίδες |
| Κλητική | ψηφίδα | ψηφίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →