ψηφιοποιώ
•
- δίνω σε κάτι ψηφιακή μορφή, το μετατρέπω σε ψηφιακό Βικιλεξικό
- Το Βατικανό πήρε την απόφαση να ψηφιοποιήσει και να διαθέσει διαδικτυακά το περιεχόμενο της περίφημης Βιβλιοθήκης του, η οποία περιλαμβάνει σπάνια χειρόγραφα ανεκτίμητης αξίας. (@nafemporiki.gr)
Ετυμολογία
ψηφιοποιώ < ψηφί(ο) -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική digitise (βρετανικό) / digitize (ΗΠΑ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψηφιοποιώ | ψηφιοποιείς | ψηφιοποιεί | ψηφιοποιούμε | ψηφιοποιείτε | ψηφιοποιούν / ψηφιοποιούνε |
| Παρατατικός | ψηφιοποιούσα | ψηφιοποιούσες | ψηφιοποιούσε | ψηφιοποιούσαμε | ψηφιοποιούσατε | ψηφιοποιούσαν / ψηφιοποιούσανε |
| Αόριστος | ψηφιοποίησα | ψηφιοποίησες | ψηφιοποίησε | ψηφιοποιήσαμε | ψηφιοποιήσατε | ψηφιοποίησαν / ψηφιοποιήσαν / ψηφιοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ψηφιοποιήσω / θα ψηφιοποιώ | θα ψηφιοποιήσεις / θα ψηφιοποιείς | θα ψηφιοποιήσει / θα ψηφιοποιεί | θα ψηφιοποιήσουμε / θα ψηφιοποιούμε | θα ψηφιοποιήσετε / θα ψηφιοποιείτε | θα ψηφιοποιήσουν / θα ψηφιοποιήσουνε / θα ψηφιοποιούν / θα ψηφιοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψηφιοποιήσει | έχεις ψηφιοποιήσει | έχει ψηφιοποιήσει | έχουμε ψηφιοποιήσει | έχετε ψηφιοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψηφιοποιήσει | είχες ψηφιοποιήσει | είχε ψηφιοποιήσει | είχαμε ψηφιοποιήσει | είχατε ψηφιοποιήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιήσω / να ψηφιοποιώ | να έχεις ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιήσεις / να ψηφιοποιείς | να έχει ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιεί | να έχουμε ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιήσουμε / να ψηφιοποιούμε | να έχετε ψηφιοποιήσει / να ψηφιοποιήσετε / να ψηφιοποιείτε | να ψηφιοποιήσουν / να ψηφιοποιήσουνε / να ψηφιοποιούν / να ψηφιοποιούνε |
| Προστακτική | — | ψηφιοποίησε | — | — | ψηφιοποιήστε / ψηφιοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →