ψηφοθήρας
•
- αυτός που επιδιώκει να κερδίσει ψήφους με οποιοδήποτε μέσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηφοθήρας (μαρτυρείται από το 1870) < ψήφ(ος) + -ο- + -θήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηφοθήρας | ψηφοθήρες |
| Γενική | ψηφοθήρα | ψηφοθήρων |
| Αιτιατική | ψηφοθήρα | ψηφοθήρες |
| Κλητική | ψηφοθήρα | ψηφοθήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →