ψηφοθηρία
•
- λόγιοη προσπάθεια να κερδίσεις την ψήφο όσο το δυνατόν περισσότερων ψηφοφόρων, με οποιοδήποτε, ακόμα και αθέμιτο, μέσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηφοθηρία (μαρτυρείται από το 1850) < ψήφ(ος) + -ο- + -θηρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψηφοθηρία | ψηφοθηρίες |
| Γενική | ψηφοθηρίας | ψηφοθηριών |
| Αιτιατική | ψηφοθηρία | ψηφοθηρίες |
| Κλητική | ψηφοθηρία | ψηφοθηρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →