Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιλικατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαιδιοκτήτης ή υπάλληλος ψιλικατζίδικου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου υπολογίζει και το παραμικρό χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
    • δέκα λεπτά λιγότερα σου έδωσε, μη γίνεσαι ψιλικατζής
  3. που κερδίζει μόνο μικροποσά από νόμιμη ή παράνομη δραστηριότητα ή που οι δραστηριότητές του είναι περιορισμένες Βικιλεξικό
    • άλλοι είναι οι μεγάλοι κλέφτες, αυτός είναι ψιλικατζής

Ετυμολογία

ψιλικατζής < ψιλικά + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψιλικατζήςψιλικατζήδες
Γενικήψιλικατζήψιλικατζήδων
Αιτιατικήψιλικατζήψιλικατζήδες
Κλητικήψιλικατζήψιλικατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →