ψιλικατζής
•
- επάγγελμαιδιοκτήτης ή υπάλληλος ψιλικατζίδικου Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου υπολογίζει και το παραμικρό χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
- δέκα λεπτά λιγότερα σου έδωσε, μη γίνεσαι ψιλικατζής
- που κερδίζει μόνο μικροποσά από νόμιμη ή παράνομη δραστηριότητα ή που οι δραστηριότητές του είναι περιορισμένες Βικιλεξικό
- άλλοι είναι οι μεγάλοι κλέφτες, αυτός είναι ψιλικατζής
Ετυμολογία
ψιλικατζής < ψιλικά + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιλικατζής | ψιλικατζήδες |
| Γενική | ψιλικατζή | ψιλικατζήδων |
| Αιτιατική | ψιλικατζή | ψιλικατζήδες |
| Κλητική | ψιλικατζή | ψιλικατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →