ψιλοδουλειά
•
- εργασία που προϋποθέτει προσοχή κι επιμονή στις λεπτομέρειες και λεπτούς χειρισμούς Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάό,τι προκύπτει από την παραπάνω εργασία Βικιλεξικό
- απασχόληση περιστασιακή και μικρής σημασίας Βικιλεξικό
- η μικρή κι ασήμαντη εμπορική επιχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλοδουλειά < ψιλο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιλοδουλειά | ψιλοδουλειές |
| Γενική | ψιλοδουλειάς | ψιλοδουλειών |
| Αιτιατική | ψιλοδουλειά | ψιλοδουλειές |
| Κλητική | ψιλοδουλειά | ψιλοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →