ψιλοδουλεύω
•
- μεταβατικόεπεξεργάζομαι κάτι δίνοντας πολλή προσοχή στις λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- αμετάβατοεργάζομαι περιστασιακά κι όχι μόνιμα Βικιλεξικό
- μεταβατικόδουλεύω ελαφρά κάποιον, τον πειράζω χωρίς κακία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλοδουλεύω < ψιλο- + δουλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →