ψιλοκουβεντιάζω
•
- συζητώ χαλαρά για διάφορα (όχι και τόσο σημαντικά) θέματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλοκουβεντιάζω < ψιλοκουβέντ(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιλοκουβεντιάζω | ψιλοκουβεντιάζεις | ψιλοκουβεντιάζει | ψιλοκουβεντιάζουμε | ψιλοκουβεντιάζετε | ψιλοκουβεντιάζουν / ψιλοκουβεντιάζουνε |
| Παρατατικός | ψιλοκουβέντιαζα | ψιλοκουβέντιαζες | ψιλοκουβέντιαζε | ψιλοκουβεντιάζαμε | ψιλοκουβεντιάζατε | ψιλοκουβέντιαζαν / ψιλοκουβεντιάζαν / ψιλοκουβεντιάζανε |
| Αόριστος | ψιλοκουβέντιασα | ψιλοκουβέντιασες | ψιλοκουβέντιασε | ψιλοκουβεντιάσαμε | ψιλοκουβεντιάσατε | ψιλοκουβέντιασαν / ψιλοκουβεντιάσαν / ψιλοκουβεντιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ψιλοκουβεντιάζω / θα ψιλοκουβεντιάσω | θα ψιλοκουβεντιάζεις / θα ψιλοκουβεντιάσεις | θα ψιλοκουβεντιάζει / θα ψιλοκουβεντιάσει | θα ψιλοκουβεντιάζουμε / θα ψιλοκουβεντιάσουμε | θα ψιλοκουβεντιάζετε / θα ψιλοκουβεντιάσετε | θα ψιλοκουβεντιάζουν / θα ψιλοκουβεντιάζουνε / θα ψιλοκουβεντιάσουν / θα ψιλοκουβεντιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιλοκουβεντιάσει | έχεις ψιλοκουβεντιάσει | έχει ψιλοκουβεντιάσει | έχουμε ψιλοκουβεντιάσει | έχετε ψιλοκουβεντιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιλοκουβεντιάσει | είχες ψιλοκουβεντιάσει | είχε ψιλοκουβεντιάσει | είχαμε ψιλοκουβεντιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιλοκουβεντιάσει / να ψιλοκουβεντιάζω / να ψιλοκουβεντιάσω | να έχεις ψιλοκουβεντιάσει / να ψιλοκουβεντιάζεις / να ψιλοκουβεντιάσεις | να έχει ψιλοκουβεντιάσει / να ψιλοκουβεντιάζει / να ψιλοκουβεντιάσει | να έχουμε ψιλοκουβεντιάσει / να ψιλοκουβεντιάζουμε / να ψιλοκουβεντιάσουμε | να έχετε ψιλοκουβεντιάσει / να ψιλοκουβεντιάζετε / να ψιλοκουβεντιάσετε | να ψιλοκουβεντιάζουν / να ψιλοκουβεντιάζουνε / να ψιλοκουβεντιάσουν / να ψιλοκουβεντιάσουνε |
| Προστακτική | — | ψιλοκουβέντιαζε / ψιλοκουβέντιασε | — | — | ψιλοκουβεντιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψιλοκουβεντιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →