ψιττακισμός
•
- το να επαναλαμβάνει κάποιος μηχανικά όσα ακούει χωρίς να τα κατανοεί Βικιλεξικό
- ο παπαγαλισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιττακισμός < ψιττακός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιττακισμός | ψιττακισμοί |
| Γενική | ψιττακισμού | ψιττακισμών |
| Αιτιατική | ψιττακισμό | ψιττακισμούς |
| Κλητική | ψιττακισμέ | ψιττακισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →