ψιχάλα
•
- σταγόνα βροχής Βικιλεξικό
- πολύ μικρής έντασης βροχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιχάλα < μεσαιωνική ελληνική ψιχάλα < αρχαία ελληνική ψεκάς (ιωνική ψακάς= στάλα) με επιρροή των λέξεων ψίξ (γενική ψιχός) και ψιχίον (μικρά τεμάχια άρτου, ψίχουλα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιχάλα | ψιχάλες |
| Γενική | ψιχάλας | — |
| Αιτιατική | ψιχάλα | ψιχάλες |
| Κλητική | ψιχάλα | ψιχάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →