Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιχαλιστός

/psi.xa.liˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πέφτει σταγόνα σταγόνα, σαν ψιχάλες Βικιλεξικό
    • Βροχή. Ψιχαλιστὴ ποτιστικὴ δαρτή. / Ὑετός. Ὁμηρικὴ βροχή. / Ὄμβρος. Ἀρχαία βροχὴ – καταρρακτώδης. / Βροχὴ καὶ ἄλλα κατακρημνίσματα. / Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.
  2. μεταφορικάδακρυσμένος Βικιλεξικό
    • Στα μάτια τα ψιχαλιστά, που ’χει ο έρωτας καρτέρι, / πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Θέρος Έρος [διήγημα, περιλαμβάνεται το ποίημα])

Ετυμολογία

ψιχαλιστός < ψιχαλίζει, ψιχαλισ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψιχαλιστόςψιχαλιστήψιχαλιστό
Γενικήψιχαλιστούψιχαλιστήςψιχαλιστού
Αιτιατικήψιχαλιστόψιχαλιστήψιχαλιστό
Κλητικήψιχαλιστέψιχαλιστήψιχαλιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψιχαλιστοίψιχαλιστέςψιχαλιστά
Γενικήψιχαλιστώνψιχαλιστώνψιχαλιστών
Αιτιατικήψιχαλιστούςψιχαλιστέςψιχαλιστά
Κλητικήψιχαλιστοίψιχαλιστέςψιχαλιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →