ψιχαλιστός
•
- που πέφτει σταγόνα σταγόνα, σαν ψιχάλες Βικιλεξικό
- Βροχή. Ψιχαλιστὴ ποτιστικὴ δαρτή. / Ὑετός. Ὁμηρικὴ βροχή. / Ὄμβρος. Ἀρχαία βροχὴ – καταρρακτώδης. / Βροχὴ καὶ ἄλλα κατακρημνίσματα. / Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.
- μεταφορικάδακρυσμένος Βικιλεξικό
- Στα μάτια τα ψιχαλιστά, που ’χει ο έρωτας καρτέρι, / πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Θέρος Έρος [διήγημα, περιλαμβάνεται το ποίημα])
Ετυμολογία
ψιχαλιστός < ψιχαλίζει, ψιχαλισ- + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιχαλιστός | ψιχαλιστή | ψιχαλιστό |
| Γενική | ψιχαλιστού | ψιχαλιστής | ψιχαλιστού |
| Αιτιατική | ψιχαλιστό | ψιχαλιστή | ψιχαλιστό |
| Κλητική | ψιχαλιστέ | ψιχαλιστή | ψιχαλιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιχαλιστοί | ψιχαλιστές | ψιχαλιστά |
| Γενική | ψιχαλιστών | ψιχαλιστών | ψιχαλιστών |
| Αιτιατική | ψιχαλιστούς | ψιχαλιστές | ψιχαλιστά |
| Κλητική | ψιχαλιστοί | ψιχαλιστές | ψιχαλιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →