ψοφολογώ
•
- πεθαίνω, αλλά επειδή το ρήμα παραπέμπει σε θάνατο ζώου και όχι ανθρώπου χρησιμοποιείται επιτιμητικά για κάποιον άλλον και αυτοσαρκαστικά στο πρώτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Με τάραξε η γρίπη και ψοφολογούσα δέκα μέρες
- τεμπελιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψοφολογώ < ψόφος + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψοφολογώ | ψοφολογείς | ψοφολογεί | ψοφολογούμε | ψοφολογείτε | ψοφολογούν / ψοφολογούνε |
| Παρατατικός | ψοφολογούσα | ψοφολογούσες | ψοφολογούσε | ψοφολογούσαμε | ψοφολογούσατε | ψοφολογούσαν / ψοφολογούσανε |
| Αόριστος | ψοφολόγησα | ψοφολόγησες | ψοφολόγησε | ψοφολογήσαμε | ψοφολογήσατε | ψοφολογήσαν / ψοφολογήσανε / ψοφολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ψοφολογήσω / θα ψοφολογώ | θα ψοφολογήσεις / θα ψοφολογείς | θα ψοφολογήσει / θα ψοφολογεί | θα ψοφολογήσουμε / θα ψοφολογούμε | θα ψοφολογήσετε / θα ψοφολογείτε | θα ψοφολογήσουν / θα ψοφολογήσουνε / θα ψοφολογούν / θα ψοφολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψοφολογήσει | έχεις ψοφολογήσει | έχει ψοφολογήσει | έχουμε ψοφολογήσει | έχετε ψοφολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψοφολογήσει | είχες ψοφολογήσει | είχε ψοφολογήσει | είχαμε ψοφολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψοφολογήσει / να ψοφολογήσω / να ψοφολογώ | να έχεις ψοφολογήσει / να ψοφολογήσεις / να ψοφολογείς | να έχει ψοφολογήσει / να ψοφολογήσει / να ψοφολογεί | να έχουμε ψοφολογήσει / να ψοφολογήσουμε / να ψοφολογούμε | να έχετε ψοφολογήσει / να ψοφολογήσετε / να ψοφολογείτε | να ψοφολογήσουν / να ψοφολογήσουνε / να ψοφολογούν / να ψοφολογούνε |
| Προστακτική | — | ψοφολόγει / ψοφολόγησε | — | — | ψοφολογήστε / ψοφολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →