Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυλλίζω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ από κάποιον ή από κάτι τους ψύλλους, τον καθαρίζω, τον απαλλάσσω απ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυλλίζω < ψύλλος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψυλλίζωψυλλίζειςψυλλίζειψυλλίζουμεψυλλίζετεψυλλίζουν / ψυλλίζουνε
Παρατατικόςψύλλιζαψύλλιζεςψύλλιζεψυλλίζαμεψυλλίζατεψυλλίζαν / ψυλλίζανε / ψύλλιζαν
Αόριστοςψύλλισαψύλλισεςψύλλισεψυλλίσαμεψυλλίσατεψυλλίσαν / ψυλλίσανε / ψύλλισαν
Μέλλονταςθα ψυλλίζω / θα ψυλλίσωθα ψυλλίζεις / θα ψυλλίσειςθα ψυλλίζει / θα ψυλλίσειθα ψυλλίζουμε / θα ψυλλίσουμεθα ψυλλίζετε / θα ψυλλίσετεθα ψυλλίζουν / θα ψυλλίζουνε / θα ψυλλίσουν / θα ψυλλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ψυλλίσειέχεις ψυλλίσειέχει ψυλλίσειέχουμε ψυλλίσειέχετε ψυλλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψυλλίσειείχες ψυλλίσειείχε ψυλλίσειείχαμε ψυλλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ψυλλίσει / να ψυλλίζω / να ψυλλίσωνα έχεις ψυλλίσει / να ψυλλίζεις / να ψυλλίσειςνα έχει ψυλλίσει / να ψυλλίζει / να ψυλλίσεινα έχουμε ψυλλίσει / να ψυλλίζουμε / να ψυλλίσουμενα έχετε ψυλλίσει / να ψυλλίζετε / να ψυλλίσετενα ψυλλίζουν / να ψυλλίζουνε / να ψυλλίσουν / να ψυλλίσουνε
Προστακτική—ψύλλιζε / ψύλλισε——ψυλλίζετε / ψυλλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →