ψυλλίζω
•
- αφαιρώ από κάποιον ή από κάτι τους ψύλλους, τον καθαρίζω, τον απαλλάσσω απ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυλλίζω < ψύλλος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυλλίζω | ψυλλίζεις | ψυλλίζει | ψυλλίζουμε | ψυλλίζετε | ψυλλίζουν / ψυλλίζουνε |
| Παρατατικός | ψύλλιζα | ψύλλιζες | ψύλλιζε | ψυλλίζαμε | ψυλλίζατε | ψυλλίζαν / ψυλλίζανε / ψύλλιζαν |
| Αόριστος | ψύλλισα | ψύλλισες | ψύλλισε | ψυλλίσαμε | ψυλλίσατε | ψυλλίσαν / ψυλλίσανε / ψύλλισαν |
| Μέλλοντας | θα ψυλλίζω / θα ψυλλίσω | θα ψυλλίζεις / θα ψυλλίσεις | θα ψυλλίζει / θα ψυλλίσει | θα ψυλλίζουμε / θα ψυλλίσουμε | θα ψυλλίζετε / θα ψυλλίσετε | θα ψυλλίζουν / θα ψυλλίζουνε / θα ψυλλίσουν / θα ψυλλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυλλίσει | έχεις ψυλλίσει | έχει ψυλλίσει | έχουμε ψυλλίσει | έχετε ψυλλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυλλίσει | είχες ψυλλίσει | είχε ψυλλίσει | είχαμε ψυλλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυλλίσει / να ψυλλίζω / να ψυλλίσω | να έχεις ψυλλίσει / να ψυλλίζεις / να ψυλλίσεις | να έχει ψυλλίσει / να ψυλλίζει / να ψυλλίσει | να έχουμε ψυλλίσει / να ψυλλίζουμε / να ψυλλίσουμε | να έχετε ψυλλίσει / να ψυλλίζετε / να ψυλλίσετε | να ψυλλίζουν / να ψυλλίζουνε / να ψυλλίσουν / να ψυλλίσουνε |
| Προστακτική | — | ψύλλιζε / ψύλλισε | — | — | ψυλλίζετε / ψυλλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →