ψύλλος
•
- έντομοπάρα πολύ μικρό έντομο που ζει παρασιτικά σε ανθρώπους και ζώα Βικιλεξικό
- Ἕνα ψύλλο ’ς τὴν αὐλή του / Εἶχε πάντοτε σιμὰ, / Ποῦ τ’ ἀγάπαε σὰν παιδί του, / Γιατὶ χόρευε λαμπρά! (Αντώνιος Μανούσος, Του διαβόλου το τραγούδι, 1876)
Ετυμολογία
ψύλλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψύλλος ή ἡ ψύλλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψύλλος | ψύλλοι |
| Γενική | ψύλλου | ψύλλων |
| Αιτιατική | ψύλλο | ψύλλους |
| Κλητική | ψύλλε | ψύλλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →