Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοβγάλτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαογραφίαονομασία του αρχαγγέλου (Γαβριήλ ή Μιχαήλ) που είναι παρών τη στιγμή που κάποιος ξεψυχά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που μας βασανίζει, που μας ταλαιπωρεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχοβγάλτης < ψυχο- + έβγαλα (αόριστος τού βγάζω) + -της

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχοβγάλτηςψυχοβγάλτες
Γενικήψυχοβγάλτηψυχοβγαλτών
Αιτιατικήψυχοβγάλτηψυχοβγάλτες
Κλητικήψυχοβγάλτηψυχοβγάλτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →