Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχογραφικός

/psi.xo.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ψυχογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχογραφικός < ψυχογραφ(ία) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε ψυχο- + -γραφικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχογραφικόςψυχογραφικήψυχογραφικό
Γενικήψυχογραφικούψυχογραφικήςψυχογραφικού
Αιτιατικήψυχογραφικόψυχογραφικήψυχογραφικό
Κλητικήψυχογραφικέψυχογραφικήψυχογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχογραφικοίψυχογραφικέςψυχογραφικά
Γενικήψυχογραφικώνψυχογραφικώνψυχογραφικών
Αιτιατικήψυχογραφικούςψυχογραφικέςψυχογραφικά
Κλητικήψυχογραφικοίψυχογραφικέςψυχογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →