ψυχογραφικός
•
- σχετικός με την ψυχογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχογραφικός < ψυχογραφ(ία) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε ψυχο- + -γραφικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχογραφικός | ψυχογραφική | ψυχογραφικό |
| Γενική | ψυχογραφικού | ψυχογραφικής | ψυχογραφικού |
| Αιτιατική | ψυχογραφικό | ψυχογραφική | ψυχογραφικό |
| Κλητική | ψυχογραφικέ | ψυχογραφική | ψυχογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχογραφικοί | ψυχογραφικές | ψυχογραφικά |
| Γενική | ψυχογραφικών | ψυχογραφικών | ψυχογραφικών |
| Αιτιατική | ψυχογραφικούς | ψυχογραφικές | ψυχογραφικά |
| Κλητική | ψυχογραφικοί | ψυχογραφικές | ψυχογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →