ψυχογραφία
•
- συνώνυμο του ψυχογράφημα Βικιλεξικό
- ψυχολογίακλάδος της ψυχολογίας που μελετά τα ψυχικά χαρακτηριστικά του ατόμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχογραφία (μαρτυρείται από το 1896) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική psychographie < psycho- (< αρχαία ελληνική ψυχή) + -graphie. Δείτε και τη γερμανική Psychographie. Μορφολογικά αναλύεται σε ψυχο- + -γραφία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχογραφία | ψυχογραφίες |
| Γενική | ψυχογραφίας | ψυχογραφιών |
| Αιτιατική | ψυχογραφία | ψυχογραφίες |
| Κλητική | ψυχογραφία | ψυχογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →