ψυχοκρατία
•
- λαογραφίαδοξασία που υποστηρίζει πως ακόμα και τα άψυχα αντικείμενα ή φυσικά φαινόμενα ενέχουν μια υπερφυσική δύναμη, έχουν κατά κάποιο τρόπο ψυχή Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαθεωρία που υποστηρίζει πως η ψυχή είναι η πηγή και η αρχή κάθε ζωντανού όντος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοκρατία < ψυχή + -ο- + -κρατία ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Animismus < λατινικά anima: ψυχή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοκρατία | ψυχοκρατίες |
| Γενική | ψυχοκρατίας | ψυχοκρατιών |
| Αιτιατική | ψυχοκρατία | ψυχοκρατίες |
| Κλητική | ψυχοκρατία | ψυχοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →