κρατώ
•
- έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ Βικιλεξικό
- κρατάω το σχοινί
- κρατάω αρκετά χρήματα
- κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)
- κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του
- τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)
- κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4
- θα σας κρατήσω θέση
- δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")
- μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;
- μεταφορικάαντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ Βικιλεξικό
- κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
- το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη
- η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα
- διαρκώ Βικιλεξικό
- πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
- κατάγομαι Βικιλεξικό
- η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
- επικρατώ, κυριαρχώ Βικιλεξικό
- αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)
- η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη
Ετυμολογία
κρατώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρατῶ, συνηρημένος τύπος του κρατέω < κράτος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρατάω / κρατώ | κρατάς / κρατείς | κρατά / κρατάει / κρατεί | κρατάμε / κρατούμε | κρατάτε / κρατείτε | κρατάν / κρατάνε / κρατούν / κρατούνε |
| Παρατατικός | κρατούσα | κρατούσες | κρατούσε | κρατούσαμε | κρατούσατε | κρατούσαν |
| Αόριστος | κράτησα | κράτησες | κράτησε | κρατήσαμε | κρατήσατε | κράτησαν / κρατήσαν / κρατήσανε |
| Μέλλοντας | θα κρατάω / θα κρατήσω / θα κρατώ | θα κρατάς / θα κρατήσεις / θα κρατείς | θα κρατά / θα κρατάει / θα κρατήσει / θα κρατεί | θα κρατάμε / θα κρατήσουμε / θα κρατούμε | θα κρατάτε / θα κρατήσετε / θα κρατείτε | θα κρατάν / θα κρατάνε / θα κρατήσουν / θα κρατήσουνε / θα κρατούν / θα κρατούνε |
| Παρακείμενος | έχω κρατήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρατήσει / να κρατάω / να κρατήσω / να κρατώ | να κρατάς / να κρατήσεις / να κρατείς | να κρατά / να κρατάει / να κρατήσει / να κρατεί | να κρατάμε / να κρατήσουμε / να κρατούμε | να κρατάτε / να κρατήσετε / να κρατείτε | να κρατάν / να κρατάνε / να κρατήσουν / να κρατήσουνε / να κρατούν / να κρατούνε |
| Προστακτική | — | κράτα / κράτει / κράτησε | — | — | κρατάτε / κρατήστε / κρατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →