ψυχομαχώ
•
- χαροπαλεύω, αφήνω την τελευταία μου πνοή, δίνω μάχη να σώσω την ψυχή μου (με την έννοια του να ζήσω), ψυχορραγώ, ξεψυχώ, παραδίδω το πνεύμα, πνέω τα λοίσθια Βικιλεξικό
- Πέθαινε, λέει, ψυχομαχούσε, κι άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Χάρος. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- μεταφορικάείμαι πολύ άρρωστος, σαν να πεθαίνω, αλλά χρησιμοποιώ τον όρο με υπερβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχομαχώ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψυχομαχῶ, συνηρημένος τύπος του ψυχομαχέω (αγωνίζομαι μέχρις εσχάτων)(η σημασία, όπως στα μεσαιωνικά ελληνικά) < αρχαία ελληνική ψυχή + μάχη. Συγχρονικά αναλύεται σε ψυχο- + -μαχώ.
Άλλοι τύποι
ψυχομαχούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →