ψυχομάχημα
•
- η αγωνία κάποιου πριν τον θάνατο, πριν να βγει η ψυχή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχομάχημα < ψυχομαχώ + -μα < (ελληνιστική κοινή) / ψυχομαχῶ < αρχαία ελληνική ψυχή + μάχη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχομάχημα | ψυχομαχήματα |
| Γενική | ψυχομαχήματος | ψυχομαχημάτων |
| Αιτιατική | ψυχομάχημα | ψυχομαχήματα |
| Κλητική | ψυχομάχημα | ψυχομαχήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →