ψυχοπάθεια
•
- γενική ονομασία ψυχικών διαταραχών Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήπαθολογική μερική ή ολική διαταραχή των ψυχικών λειτουργιών του ανθρώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπάθεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρsychopathie ή από την γαλλική psychopathie < ψυχο- + -πάθεια (πάθος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπάθεια | ψυχοπάθειες |
| Γενική | ψυχοπάθειας | ψυχοπαθειών |
| Αιτιατική | ψυχοπάθεια | ψυχοπάθειες |
| Κλητική | ψυχοπάθεια | ψυχοπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →