ψυχοπαθής
•
- ιατρικήάτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας Βικιλεξικό
- Ἐγώ ἐν τούτοις γνωρίζω: ὅταν σύ θά ἀπέλθεις, θά μέ βασανίζη τό ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς σου. Εἶσαι φάσμα, φρεναπάτη. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι ἐγώ εἶμαι ψυχοπαθής, ἀνισόρροπος; (Παναθήναια, δεκαπενθήμερον εικονογραφημένον περιοδικόν, Αθήναι, Οκτώβριος 1900-Μάρτης 101, τόμος Α΄, Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάισνερ και Ν. Καρδαγούρη)
Ετυμολογία
ψυχοπαθής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική psychopathe ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Psychopath. Μορφολογικά αναλύεται σε ψυχοπάθ(εια) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός) < ψυχο- + -πάθεια (πάθος) < πάσχω θέμα παθ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπαθής | ψυχοπαθής | ψυχοπαθές |
| Γενική | ψυχοπαθούς | ψυχοπαθούς | ψυχοπαθούς |
| Αιτιατική | ψυχοπαθή | ψυχοπαθή | ψυχοπαθές |
| Κλητική | ψυχοπαθή / ψυχοπαθής | ψυχοπαθής | ψυχοπαθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθή |
| Γενική | ψυχοπαθών | ψυχοπαθών | ψυχοπαθών |
| Αιτιατική | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθή |
| Κλητική | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθείς | ψυχοπαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →