Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοπλάνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που (παρα)πλανά την ψυχή Βικιλεξικό
    • Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως μέσα στο στήθος, σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους είχανε ρίξει μέσα σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες ξεπεταχτές κι αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό — είδε το φέγγος των ματιών που την αγκάλιαζε κ’ είδε και τα δυο τα χέρια να σιγοτρέμουν ανάερα για να την αρπάξουν... και τους συνεπήρε το ρέμα το φρενιασμένο και ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή — όπως ένας άνεμος ζεστός, περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις γλυκειές τις πεταλούδες... (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα/Δ)

Ετυμολογία

ψυχοπλάνος < ψυχή + -ο- + πλάνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοπλάνοςψυχοπλάναψυχοπλάνο
Γενικήψυχοπλάνουψυχοπλάναςψυχοπλάνου
Αιτιατικήψυχοπλάνοψυχοπλάναψυχοπλάνο
Κλητικήψυχοπλάνεψυχοπλάναψυχοπλάνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοπλάνοιψυχοπλάνεςψυχοπλάνα
Γενικήψυχοπλάνωνψυχοπλάνωνψυχοπλάνων
Αιτιατικήψυχοπλάνουςψυχοπλάνεςψυχοπλάνα
Κλητικήψυχοπλάνοιψυχοπλάνεςψυχοπλάνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →