Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλανώ

/plaˈno/ρήμα
•
  1. ρίχνω κάποιον με τις ενέργειές μου σε πλάνη, τον αναγκάζω να συμπεράνει και να εκτιμήσει λανθασμένα κάποια πράγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλανώ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πλανάω / πλανῶ < αρχαία ελληνική πλανάομαι, μέση φωνή (σημασία: περιπλανιέμαι), με θέμα πλαν- αβέβαιης ετυμολογίας. Για τις εκδοχές πιθανών ετυμολογήσεων → δείτε τη λέξη πλανάω. : Διαφορετικό το πλαν- στο πλάνη στη σημασία: εργαλείο για λείανση, πλανίζω και στο πλάνο.

Άλλοι τύποι

πεπλανημένοςπλάνεσαπλάνεψαπλανήθηκαπλανημένοςπλανιέμαιπλανώμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →