ψυχοπομπός
•
- επίθετο που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Ελλάδα κυρίως για τον Ερμή, ειδικά για το ρόλο του στη συνοδεία των νεκρών στον Άδη. Επίσης επίθετο του Χάρωνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπομπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψυχοπομπός. Συγχρονικά αναλύεται σε ψυχο- < ψυχή + πομπός < πέμπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπομπός | ψυχοπομποί |
| Γενική | ψυχοπομπού | ψυχοπομπών |
| Αιτιατική | ψυχοπομπό | ψυχοπομπούς |
| Κλητική | ψυχοπομπέ | ψυχοπομποί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →