ψυχοπονιάρης
•
- που ψυχοπονεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπονιάρης < ψυχοπονώ + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπονιάρης | ψυχοπονιάρα | ψυχοπονιάρικο |
| Γενική | ψυχοπονιάρη | ψυχοπονιάρας | ψυχοπονιάρικου |
| Αιτιατική | ψυχοπονιάρη | ψυχοπονιάρα | ψυχοπονιάρικο |
| Κλητική | ψυχοπονιάρη | ψυχοπονιάρα | ψυχοπονιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπονιάρηδες | ψυχοπονιάρες | ψυχοπονιάρικα |
| Γενική | ψυχοπονιάρηδων | — | ψυχοπονιάρικων |
| Αιτιατική | ψυχοπονιάρηδες | ψυχοπονιάρες | ψυχοπονιάρικα |
| Κλητική | ψυχοπονιάρηδες | ψυχοπονιάρες | ψυχοπονιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →