ψυχοπονώ
•
- λαϊκότροποαισθάνομαι συμπόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπονώ < μεσαιωνική ελληνική ψυχοπονώ < αρχαία ελληνική ψυχή + πόνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχοπονάω / ψυχοπονώ | ψυχοπονάς | ψυχοπονά / ψυχοπονάει | ψυχοπονάμε / ψυχοπονούμε | ψυχοπονάτε | ψυχοπονάν / ψυχοπονάνε / ψυχοπονούν / ψυχοπονούνε |
| Παρατατικός | ψυχοπονούσα | ψυχοπονούσες | ψυχοπονούσε | ψυχοπονούσαμε | ψυχοπονούσατε | ψυχοπονούσαν / ψυχοπονούσανε |
| Αόριστος | ψυχοπόνεσα | ψυχοπόνεσες | ψυχοπόνεσε | ψυχοπονέσαμε | ψυχοπονέσατε | ψυχοπονέσαν / ψυχοπονέσανε / ψυχοπόνεσαν |
| Μέλλοντας | θα ψυχοπονάω / θα ψυχοπονέσω / θα ψυχοπονώ | θα ψυχοπονάς / θα ψυχοπονέσεις | θα ψυχοπονά / θα ψυχοπονάει / θα ψυχοπονέσει | θα ψυχοπονάμε / θα ψυχοπονέσουμε / θα ψυχοπονούμε | θα ψυχοπονάτε / θα ψυχοπονέσετε | θα ψυχοπονάν / θα ψυχοπονάνε / θα ψυχοπονέσουν / θα ψυχοπονέσουνε / θα ψυχοπονούν / θα ψυχοπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχοπονέσει | έχεις ψυχοπονέσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχοπονέσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχοπονέσει / να ψυχοπονάω / να ψυχοπονέσω / να ψυχοπονώ | να έχεις ψυχοπονέσει / να ψυχοπονάς / να ψυχοπονέσεις | να ψυχοπονά / να ψυχοπονάει / να ψυχοπονέσει | να ψυχοπονάμε / να ψυχοπονέσουμε / να ψυχοπονούμε | να ψυχοπονάτε / να ψυχοπονέσετε | να ψυχοπονάν / να ψυχοπονάνε / να ψυχοπονέσουν / να ψυχοπονέσουνε / να ψυχοπονούν / να ψυχοπονούνε |
| Προστακτική | — | ψυχοπόνα / ψυχοπόναγε / ψυχοπόνεσε | — | — | ψυχοπονάτε / ψυχοπονέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →