ψυχοχάρτι
•
- λαϊκότροποχαρτί στο οποίο έχουν γραφτεί τα ονόματα των τεθνεώτων, προκειμένου να μνημονευθούν από τον ιερέα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσυγχωροχάρτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοχάρτι < ψυχή + -ο- + χαρτί + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοχάρτι | ψυχοχάρτια |
| Γενική | ψυχοχαρτιού | ψυχοχαρτιών |
| Αιτιατική | ψυχοχάρτι | ψυχοχάρτια |
| Κλητική | ψυχοχάρτι | ψυχοχάρτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →