Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχρήλατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σφυρηλατηθεί σε ψυχρή κατάσταση ή πάντως σε θερμοκρασία χαμηλότερη από εκείνην στην οποία κανονικά αποκρυσταλλώνεται, που έχει υποστεί ψυχρηλασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχρήλατος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ψυχρός + ἐλαύνω, μορφολογικά αναλύεται ψυχρ(ός) + -ήλατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχρήλατοςψυχρήλατηψυχρήλατο
Γενικήψυχρήλατουψυχρήλατηςψυχρήλατου
Αιτιατικήψυχρήλατοψυχρήλατηψυχρήλατο
Κλητικήψυχρήλατεψυχρήλατηψυχρήλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχρήλατοιψυχρήλατεςψυχρήλατα
Γενικήψυχρήλατωνψυχρήλατωνψυχρήλατων
Αιτιατικήψυχρήλατουςψυχρήλατεςψυχρήλατα
Κλητικήψυχρήλατοιψυχρήλατεςψυχρήλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →