ψυχρηλατώ
•
- επεξεργάζομαι ή σφυρηλατώ κάποιο μέταλλο εν ψυχρώ, χωρίς να το έχω από πριν θερμάνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχρηλατώ < (ελληνιστική κοινή) / ψυχρηλατῶ < αρχαία ελληνική ψυχρός + ἐλαύνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχρηλατώ | ψυχρηλατείς | ψυχρηλατεί | ψυχρηλατούμε | ψυχρηλατείτε | ψυχρηλατούν / ψυχρηλατούνε |
| Παρατατικός | ψυχρηλατούσα | ψυχρηλατούσες | ψυχρηλατούσε | ψυχρηλατούσαμε | ψυχρηλατούσατε | ψυχρηλατούσαν / ψυχρηλατούσανε |
| Αόριστος | ψυχρηλάτησα | ψυχρηλάτησες | ψυχρηλάτησε | ψυχρηλατήσαμε | ψυχρηλατήσατε | ψυχρηλάτησαν / ψυχρηλατήσαν / ψυχρηλατήσανε |
| Μέλλοντας | θα ψυχρηλατήσω / θα ψυχρηλατώ | θα ψυχρηλατήσεις / θα ψυχρηλατείς | θα ψυχρηλατήσει / θα ψυχρηλατεί | θα ψυχρηλατήσουμε / θα ψυχρηλατούμε | θα ψυχρηλατήσετε / θα ψυχρηλατείτε | θα ψυχρηλατήσουν / θα ψυχρηλατήσουνε / θα ψυχρηλατούν / θα ψυχρηλατούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχρηλατήσει | έχεις ψυχρηλατήσει | έχει ψυχρηλατήσει | έχουμε ψυχρηλατήσει | έχετε ψυχρηλατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχρηλατήσει | είχες ψυχρηλατήσει | είχε ψυχρηλατήσει | είχαμε ψυχρηλατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατήσω / να ψυχρηλατώ | να έχεις ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατήσεις / να ψυχρηλατείς | να έχει ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατεί | να έχουμε ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατήσουμε / να ψυχρηλατούμε | να έχετε ψυχρηλατήσει / να ψυχρηλατήσετε / να ψυχρηλατείτε | να ψυχρηλατήσουν / να ψυχρηλατήσουνε / να ψυχρηλατούν / να ψυχρηλατούνε |
| Προστακτική | — | ψυχρηλάτει / ψυχρηλάτησε | — | — | ψυχρηλατήστε / ψυχρηλατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →