Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχωσικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πάσχει από ψύχωση Βικιλεξικό
    • ψυχωσικός ασθενής
  2. σχετικός με μία ψύχωση Βικιλεξικό
    • ψυχωσικές καταστάσεις

Ετυμολογία

ψυχωσικός < ψύχωση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχωσικόςψυχωσικήψυχωσικό
Γενικήψυχωσικούψυχωσικήςψυχωσικού
Αιτιατικήψυχωσικόψυχωσικήψυχωσικό
Κλητικήψυχωσικέψυχωσικήψυχωσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχωσικοίψυχωσικέςψυχωσικά
Γενικήψυχωσικώνψυχωσικώνψυχωσικών
Αιτιατικήψυχωσικούςψυχωσικέςψυχωσικά
Κλητικήψυχωσικοίψυχωσικέςψυχωσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →