ψυχωσικός
•
- που πάσχει από ψύχωση Βικιλεξικό
- ψυχωσικός ασθενής
- σχετικός με μία ψύχωση Βικιλεξικό
- ψυχωσικές καταστάσεις
Ετυμολογία
ψυχωσικός < ψύχωση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχωσικός | ψυχωσική | ψυχωσικό |
| Γενική | ψυχωσικού | ψυχωσικής | ψυχωσικού |
| Αιτιατική | ψυχωσικό | ψυχωσική | ψυχωσικό |
| Κλητική | ψυχωσικέ | ψυχωσική | ψυχωσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχωσικοί | ψυχωσικές | ψυχωσικά |
| Γενική | ψυχωσικών | ψυχωσικών | ψυχωσικών |
| Αιτιατική | ψυχωσικούς | ψυχωσικές | ψυχωσικά |
| Κλητική | ψυχωσικοί | ψυχωσικές | ψυχωσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →