έξαρση
•
- σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του Βικιλεξικό
- Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)
- μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό
- η ενέργεια του εξαίρω Βικιλεξικό
- η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου Βικιλεξικό
- η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας
Ετυμολογία
έξαρση < ελληνιστική κοινή ἔξαρσις < αρχαία ελληνική ἐξαίρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έξαρση | εξάρσεις |
| Γενική | έξαρσης | εξάρσεων |
| Αιτιατική | έξαρση | εξάρσεις |
| Κλητική | έξαρση | εξάρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →