Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έξαρση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του Βικιλεξικό
    • Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)
    • μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό
  2. η ενέργεια του εξαίρω Βικιλεξικό
  3. η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου Βικιλεξικό
    • η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας

Ετυμολογία

έξαρση < ελληνιστική κοινή ἔξαρσις < αρχαία ελληνική ἐξαίρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέξαρσηεξάρσεις
Γενικήέξαρσηςεξάρσεων
Αιτιατικήέξαρσηεξάρσεις
Κλητικήέξαρσηεξάρσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →