ψυχόδραμα
•
- κλινική μέθοδος ομαδικής ψυχανάλυσης και ψυχοθεραπείας, βασισμένη στο παιχνίδι των ρόλων μέσω του θεατρικού αυτοσχεδιασμού Βικιλεξικό
- Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότητός της. (Παιδεία και ζωή, τεύχη 64-81, 1958, σελ. 205)
- θεατρική παράσταση βασισμένη στη μέθοδο αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχόδραμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Psychodrama < αρχαία ελληνική ψυχή + δρᾶμα. Αναλύεται ψυχό- + δράμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχόδραμα | ψυχοδράματα |
| Γενική | ψυχοδράματος | ψυχοδραμάτων |
| Αιτιατική | ψυχόδραμα | ψυχοδράματα |
| Κλητική | ψυχόδραμα | ψυχοδράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →