Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωροκακόμοιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικόπου είναι κακόμοιρος και μας προκαλεί αισθήματα λύπης αλλά και αποστροφής λόγω αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψωροκακόμοιρος < ψώρα + -ο- + κακόμοιρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψωροκακόμοιροςψωροκακόμοιρηψωροκακόμοιρο
Γενικήψωροκακόμοιρουψωροκακόμοιρηςψωροκακόμοιρου
Αιτιατικήψωροκακόμοιροψωροκακόμοιρηψωροκακόμοιρο
Κλητικήψωροκακόμοιρεψωροκακόμοιρηψωροκακόμοιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψωροκακόμοιροιψωροκακόμοιρεςψωροκακόμοιρα
Γενικήψωροκακόμοιρωνψωροκακόμοιρωνψωροκακόμοιρων
Αιτιατικήψωροκακόμοιρουςψωροκακόμοιρεςψωροκακόμοιρα
Κλητικήψωροκακόμοιροιψωροκακόμοιρεςψωροκακόμοιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →