ψωροκακόμοιρος
•
- μειωτικόπου είναι κακόμοιρος και μας προκαλεί αισθήματα λύπης αλλά και αποστροφής λόγω αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωροκακόμοιρος < ψώρα + -ο- + κακόμοιρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωροκακόμοιρος | ψωροκακόμοιρη | ψωροκακόμοιρο |
| Γενική | ψωροκακόμοιρου | ψωροκακόμοιρης | ψωροκακόμοιρου |
| Αιτιατική | ψωροκακόμοιρο | ψωροκακόμοιρη | ψωροκακόμοιρο |
| Κλητική | ψωροκακόμοιρε | ψωροκακόμοιρη | ψωροκακόμοιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωροκακόμοιροι | ψωροκακόμοιρες | ψωροκακόμοιρα |
| Γενική | ψωροκακόμοιρων | ψωροκακόμοιρων | ψωροκακόμοιρων |
| Αιτιατική | ψωροκακόμοιρους | ψωροκακόμοιρες | ψωροκακόμοιρα |
| Κλητική | ψωροκακόμοιροι | ψωροκακόμοιρες | ψωροκακόμοιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →