ψύχρανση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψυχραίνω, η μείωση της θερμοκρασίας κυριολεκτικά ή μεταφορικά (σε αντικείμενα, συναισθήματα, καιρικές συνθήκες κ.λπ.) Βικιλεξικό
- η ψύχρανση του πλανήτη
- η ψύχρανση των σχέσεων ΗΠΑ–Ρωσίας
- η ψύχρανση του ζυθόγλευκου στη διαδικασία της ζύμωσης για την παραγωγή μπίρας
Ετυμολογία
ψύχρανση < ελληνιστική κοινή ψύχρανσις < ψυχραίνω < αρχαία ελληνική ψυχρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψύχρανση | ψυχράνσεις |
| Γενική | ψύχρανσης | ψυχράνσεων |
| Αιτιατική | ψύχρανση | ψυχράνσεις |
| Κλητική | ψύχρανση | ψυχράνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →