ψύχωση
•
- ψυχιατρικήνοητική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και παράδοξη συμπεριφορά έως παραλήρημα, ως αποτέλεσμα νόσων (π.χ. σχιζοφρένειας, διπολικής διαταραχής) ή κατάχρησης ουσιών, ισχυρού σοκ κ.α. αιτίων Βικιλεξικό
- καθομιλουμένηέντονη εμμονή με κάποιο αντικείμενο ή κάποια κατάσταση σε σημείο που μπορεί να είναι βλαβερή γι αυτόν που την έχει η για το περιβάλλον του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψύχωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: < γαλλική psychose. Διαφορετικό το ελληνιστικό ψύχωσις (αναζωογόνηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψύχωση | ψυχώσεις |
| Γενική | ψύχωσης | ψυχώσεων |
| Αιτιατική | ψύχωση | ψυχώσεις |
| Κλητική | ψύχωση | ψυχώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →