Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ωδή, με το τραγούδι Βικιλεξικό
  2. ωδικά πτηνά: τα πουλιά που κελαηδούν πολύ όμορφα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωδικός < αρχαία ελληνική ᾠδικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωδικόςωδικήωδικό
Γενικήωδικούωδικήςωδικού
Αιτιατικήωδικόωδικήωδικό
Κλητικήωδικέωδικήωδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωδικοίωδικέςωδικά
Γενικήωδικώνωδικώνωδικών
Αιτιατικήωδικούςωδικέςωδικά
Κλητικήωδικοίωδικέςωδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →