Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωμιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον ώμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωμιαίος < ὠμιαῖος στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ὦμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμιαίοςωμιαίαωμιαίο
Γενικήωμιαίουωμιαίαςωμιαίου
Αιτιατικήωμιαίοωμιαίαωμιαίο
Κλητικήωμιαίεωμιαίαωμιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμιαίοιωμιαίεςωμιαία
Γενικήωμιαίωνωμιαίωνωμιαίων
Αιτιατικήωμιαίουςωμιαίεςωμιαία
Κλητικήωμιαίοιωμιαίεςωμιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →