ωσμωτικότητα
•
- η συγκέντρωση ωσμωλίων ανά όγκο διαλύματος Βικιλεξικό
- Αρχικά, το μέλι έχει σημαντική αντιμικροβιακή δράση. Η ιδιότητά του αυτή έχει καταγραφεί σε αρκετές επιστημονικές μελέτες και αποδίδεται στην υψηλή ωσμωτικότητα, το χαμηλό pH και την περιεκτικότητά του σε υπεροξείδιο του υδρογόνου και άλλες ενώσεις. (@ethnos.gr)
Ετυμολογία
ωσμωτικότητα < ωσμωτικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωσμωτικότητα | ωσμωτικότητες |
| Γενική | ωσμωτικότητας | ωσμωτικοτήτων |
| Αιτιατική | ωσμωτικότητα | ωσμωτικότητες |
| Κλητική | ωσμωτικότητα | ωσμωτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →