Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωσμωτικότητα

/o.zmo.tiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συγκέντρωση ωσμωλίων ανά όγκο διαλύματος Βικιλεξικό
    • Αρχικά, το μέλι έχει σημαντική αντιμικροβιακή δράση. Η ιδιότητά του αυτή έχει καταγραφεί σε αρκετές επιστημονικές μελέτες και αποδίδεται στην υψηλή ωσμωτικότητα, το χαμηλό pH και την περιεκτικότητά του σε υπεροξείδιο του υδρογόνου και άλλες ενώσεις. (@ethnos.gr)

Ετυμολογία

ωσμωτικότητα < ωσμωτικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωσμωτικότηταωσμωτικότητες
Γενικήωσμωτικότηταςωσμωτικοτήτων
Αιτιατικήωσμωτικότηταωσμωτικότητες
Κλητικήωσμωτικότηταωσμωτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →