ώσμωση
•
- το φαινόμενο της διάχυσης περισσοτέρων μορίων διαλύτη (συνήθως νερού), μέσω ημιπερατής μεμβράνης, από το διάλυμα της μικρότερης συγκέντρωσης (υποτονικό διάλυμα) στο διάλυμα της μεγαλύτερης συγκέντρωσης (υπέρτονο διάλυμα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλληλεπίδραση Βικιλεξικό
- η ώσμωση των ιδεών
Ετυμολογία
ώσμωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὤσμω(σις) + -ση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική osmosis < γαλλική osmose < αρχαία ελληνική ὠσμός < ὠθέω / ὠθῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ώσμωση | ωσμώσεις |
| Γενική | ώσμωσης | ωσμώσεων |
| Αιτιατική | ώσμωση | ωσμώσεις |
| Κλητική | ώσμωση | ωσμώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →